βατίς

βατίς
Grammatical information: f.
Meaning: `skate, ray' (Epich.); also a bird, `stone chat'? (Arist.); also `samphire, Crithmum maritimum' (Plin.)
Etymology: If identical with βότις (q.v.), the vowel-change is Pre-Greek, as is to be expected of a fish name.

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βατίς — ( ίδος), η (Α) [βάτος (Ι)] 1. πλατύ, αγκαθωτό σελαχοειδές, βατί, ράγια 2. είδος πτηνού που συχνάζει σε θάμνους 3. το δικότυλο φυτό βατίς ή θαλασσία …   Dictionary of Greek

  • Βατίς — skate fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίδα — Βατίς skate fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίδας — Βατίς skate fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίδες — Βατίς skate fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίδι — Βατίς skate fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίδος — Βατίς skate fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίδων — Βατίς skate fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίσι — Βατίς skate fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατίσιν — Βατίς skate fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κραιπνοβάτις — κραιπνοβάτις, ἡ (Μ) αυτή που πορεύεται γρήγορα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κραιπνός «ταχύς, ορμητικός» + βάτις, θηλ. τού βάτης (< βαίνω), πρβλ. επι βάτις, παρα βάτις] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.